3. Κοινωνικοί και Πατριωτικοί Αγώνες

Ο παπα-Αναστάσης από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας δίνει τον αγώνα του για την Ελευθερία και την κοινωνική απολύτρωση.

‘Οταν ήταν δάσκαλος στην Ιερομνήμη, 1909-13, στην περιοχή δρούσε ο Καπετάν Κρομμύδας σε προαπελευθερωτικό κίνημα. Ο Καπετάν Κρομμύδας αποτολμούσε και επισκεπτόταν το σχολείο. Ένοιωθε μεγάλη ευχαρίστηση ν’ ακούει την ελληνική γλώσσα, ν’ ακούει τα λόγια του δασκάλου για το γένος μας και για την ιδέα της απελευθέρωσης. Ο νεαρός δάσκαλος Αναστάσης και ο Καπετάν Κρομμύδας συνδέονται με εμπιστοσύνη και φιλία. Ο νεαρός δάσκαλος του μετάφραζε συχνά τα φιρμάνια του Πασά των Ιωαννίνων και μελετούσε μαζί του τις παγίδες που ο τελευταίος του έστηνε περίτεχνα.

Και να μια αντάμωση, μια ιστορία, μια ειρωνεία! Το τούρκικο απόσπασμα, που προσπαθούσε να καταπνίξει το κίνημα του Καπετάν Κρομμύδα, είχε επικεφαλής αξιωματικό, τον τούρκο, τον παιδικό φίλο του Αναστάση από την Προύσα. Όταν το απόσπασμα αυτό φθάνει στην Ιερομνήμη κι έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον Αναστάση, ο Τούρκος επικεφαλής ξεζώνεται τ’ άρματά του στο μεσοχώρι μπροστά στα έκπληκτα βλέμματα των χωριανών και τον ασπάζεται. Έκτοτε, ο ίδιος αξιωματικός δεν ξαναφάνηκε στην περιοχή!

Το 1917 καλείται στον ελληνικό στρατό η ηλικία του Αναστάση και με συνομήλικους οδοιπορούν για τα Γιάννενα για να παρουσιαστούν, με τη σκέψη του πολέμου. Καθ’ οδόν, στο βουνό της Βελτσίστας (Κληματιάς), η παρέα τους συναντιέται μ’ ένα γνώριμό τους βοσκό. «Τώρα, Χρίστο μ’, τα γρόσια του πατέρα σ’ δεν έχουν πέρασ’, κι όσο για σένα, δάσκαλε, δε νοιάζομαι γιατί μετράν τα γράμματά σ’» είπε ο βοσκός. Ο Αναστάσης γίνεται, πράγματι, γραφιάς στο Στρατηγείο (φωτογραφία, με ημερομηνία 18 Μαρτίου 1918, τον δείχνει στρατιώτη ανάμεσα σε συναδέλφους του).

Τα χρόνια του εθνάρχη Ελευθέριου Βενιζέλου ο παπα-Αναστάσης πρεσβεύει τις απόψεις του και τις υπερασπίζεται με σθένος και όχι χωρίς συνέπειες. Πέφτει στη δυσμένεια του βασιλικού Δεσπότη, δέχεται απειλές για απόλυση κι επιπλέον αντιμετωπίζει και αντιπαλότητες μέσα στο χωριό του.

Στη δικτατορία του Μεταξά αγνοεί τα φυλλάδια προπαγάνδας και τους ύμνους του καθεστώτος («γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέρα»), που στέλνονται στα σχολεία για να ικανοποιήσει ο δικτάτορας το σύνδρομο «του καλού πατέρα» και να αμφισβητήσει τα βασανιστήρια, τα ξερονήσια, τις φυλακές Ακροναυπλίας.

Το 1940 ο παπα-Αναστάσης είναι όρθιος, είναι παρών στο ηρωικό τρίπτυχο σκηνικό, που το συνθέτει: Το έπος της Αλβανίας. Το χορικό της Κατοχής, το τραγικό. Η εθνική Αντίσταση!

Ένα Σύνταγμα προκαλύψεως, πριν αρχίσει ο πόλεμος, στρατοπεδεύει στον Άγιο Νικόλαο στο Μπουρντάρι (Δαφνόφυτο) κι ο Μέραρχος της 8ης επιστρατεύει τον παπα-Αναστάση να βρίσκεται κοντά στους φαντάρους μας. Τις Κυριακές κάνει υπαίθριες λειτουργίες και τους μεταλαβαίνει.

Την επομένη της κήρυξης του πολέμου τα ιταλικά αεροπλάνα επιχειρούν την πρώτη επιδρομή και οι οβίδες τους πέφτουν κοντά στο Ράικο, στον κάμπο όπου χωριανοί – ανάμεσά τους και η πρεσβυτέρα – μαζεύουν το καλαμπόκι. Κι ο παπα-Αναστάσης στο σχολείο καθησυχάζει τους μαθητές από τον πανικό και διασκεδάζει και τη δική του ανησυχία για το τι απέγινε στον κάμπο!

Ο παπα-Αναστάσης μαθαίνει από το μέτωπο νέα για το έπος που γράφεται στο Καλπάκι και για τις ανάγκες του στρατού μας. Σε κάθε ευκαιρία προσπαθεί να τονώνει το κοινό αίσθημα στα παραμεθόρια χωριά μας, ότι ο καθένας, άνδρας ή γυναίκα, με το ρόλο του υπερασπίζεται την «εστία» του. Και ο νους του τρέχει στο γιο του Δημήτριο, δάσκαλο και έφεδρο αξιωματικό να φυλάει με τον ουλαμό του ένα τμήμα των συνόρων στις πλαγιές της περιβόητης μετέπειτα Μουργκάνας, και ν’ ανδραγαθεί (σχετικά στο βιβλίο του Δ. Α. Οικονομίδη «Οδοιπορικό του 1935 και αναμνήσεις από τις πρώτες μέρες του πολέμου το ΄40»).

Κι όταν το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων γεμίζει τραυματίες, τότε, ο παπα-Αναστάσης, με βαθμό αξιωματικού, που του απονεμήθηκε από το Γενικό Στρατηγείο, επισκέπτεται τα παιδιά του μετώπου, ως ο μόνος εξομολογητής τους. Κάθεται στο κρεβάτι τους, ανακουφίζει τον πόνο και τους δίνει κουράγιο, γίνεται ο πνευματικός τους πατέρας. Στα τραυματισμένα βαριά διαβάζει την ευχή της αφέσεως των παραπτωμάτων – ο πόλεμος είχε εξαγνίσει τις ψυχές τους – και τα μεταλαβαίνει.

Τα χρόνια της Κατοχής βιώνει κι αυτός την απειλή, τον κίνδυνο και την ωμή βία των κατακτητών! Μια μέρα του 1942 φτάνει στο Ράικο ένας ρουμανόβλαχος, άγνωστος στην περιοχή και υποκρίνεται ότι μαζεύει τομάρια. Ο παπα-Αναστάσης διακρίνει το ρόλο του, το ρόλο του πληροφοριοδότη, και χωρίς δισταγμό του λέει πως το χωριό δεν έχει αντάρτες. Αλλά η πείνα, η βία και η κτηνωδία των κατακτητών εξεγείρει τις ψυχές όλων μας. Το αντάρτικο είχε αρχίσει τις επιχειρήσεις του και ο Παπαναστάσης παίζει το κεφάλι του γιατί είχε, ήδη, πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Στο μεταξύ, τα υπάρχοντα αρχίζουν να λείπουν από τα σπίτια κι ο παπα-Αναστάσης έρχεται για τα αναγκαία στα Γιάννενα με δυο χωριανούς του και χίλιες προφυλάξεις. Στην έξοδο πέφτουν σε μπλόκο Γερμανών και μετά από ανακρίσεις στη Γκεστάπο τους στοιβάζουν στα υπόγεια της Ζωσιμαίας Σχολής, με προορισμό το απόσπασμα ή το «ταξίδι» στη Γερμανία. Ένα πρωινό, ενώ προαυλίζονταν κρατούμενοι, βλέπουν για λίγο εκείνον, τον τομαρά, ν’ ανεβαίνει βιαστικός τα σκαλιά της φυλακής, ενόσω κι εκείνος παρατηρεί σε κακά χάλια τον παπά. Σε λίγη ώρα – ποιος να ξέρει το γιατί! άραγε για να επιδείξει ο τομαράς την ισχύ του, να εξιλεωθεί του ρόλου του; – ο παπα-Αναστάσης αποφυλακίζεται με τους συντρόφους του χωριανούς. Και ελεύθεροι πια ξαναφορτώνουν τα ζώα με προμήθειες.

Αυτόν τον καιρό της πείνας ο τότε Ειρηνοδίκης Ζίτσας (γνωστός μετέπειτα από τη δίκη του Λαμπράκη) τριγυρίζει στα χωριά για να γεμίσει το δισάκι του. Κάποτε, χτυπάει και την πόρτα του παπα-Αναστάση: – Παπά μου, είμαι εδώ για λίγο ψωμί! – Τα λιγοστά αγαθά του σπιτιού μου, μισά-μισά. Έτσι του απαντάει και μοιράζονται τη δυστυχία τους! Χρόνια μετά, επισκέπτης τώρα ο παπάς στην Αθήνα αναζητάει το δικαστή και τον βρίσκει να προεδρεύει στο δικαστήριο. Εκείνος τον βλέπει και τον καθίζει δίπλα του, στην έδρα του δικαστηρίου.

Το 1942-43 οι Γερμανοί σε αντίποινα, λόγω της δράσης της Εθνικής Αντίστασης, αφού καίνε το Σουλόπουλο, γειτονικό χωριό, ανηφορίζουν για το Ράικο και το περικυκλώνουν, έτοιμοι να του βάλλουν φωτιά. Οι χωριανοί κρύβονται σε πυκνούς θάμνους του χωριού. Ο παπα-Αναστάσης αποφασίζει ν’ αντιδράσει. Παίρνει μαζί του τον Πρόεδρο Σπύρο Μόσχο και το μικρότερο γιο του Γιώργο και στέκεται στη δυτική είσοδο του χωριού, στο εικόνισμα, αντιμέτωπος στο γερμανό Ταγματάρχη. Του μιλάει στα γαλλικά, γλώσσα που τη γνωρίζει ο αντίπαλος, και τον διαβεβαιώνει – χωρίς να’ ναι βέβαιος – ότι στο χωριό δε βρίσκονται αντάρτες, και δε διστάζει να στείλει το Γιώργο να καλέσει το χωριό να συγκεντρωθεί στο σχολείο και ο ίδιος να τον συνοδεύσει στην έξοδο του χωριού. Ο Γερμανός μένει απορημένος από τη στάση και τη γλωσσομάθεια ενός απλοϊκού ιερέα, προσπερνάει το χωριό και αποχωρεί. Στη Μάτσκα, στην αγροικία του παπα-Αναστάση, όμως, σαν κάτι να υποψιάζεται, κάνει αυτοψία. Αντί για όπλα ο Γερμανός αντικρίζει βιβλιοθήκη, την οποία μάλιστα αδειάζει σχεδόν, με το πρόσχημα να τη διασώσει. Ένα βιβλίο από τη σειρά των κλασσικών «Χρηστομάθεια» του παράπεσε, για να θυμίζει την πράξη και την απώλεια!

Τα υπόλοιπα είναι επακόλουθα του διχασμού. Το Δεκέμβριο του ’44 με δυνάμεις της Εθνικής Αντίστασης ο παπα-Αναστάσης καταφεύγει κι αυτός με τους γιους του Ανδρέα και Γιώργο στην Κέρκυρα, στη Μονή Πλατυτέρας, για να επιστρέψει στα Γιάννενα την Άνοιξη του ’45, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Είχε λήξει ο πρώτος γύρος του εμφυλίου, που είχε διχάσει τους Έλληνες από την κορυφή μέχρι τη βάση.

Δυστυχώς θα υπάρξει και δεύτερος γύρος! Δεν ανατρέχω στα γεγονότα του. Μια αναφορά μόνο, σαν αποστροφή στο φθόνο και τη μισαλλοδοξία. «΄Ανθρωπός τις … φθονών την πρωτοκαθεδρίαν του και ταύτης γλιχόμενος» (Απόσπασμα από το βιβλίο με τίτλο «Πορεία μιας ζωής» του λόγιου του 19ου αιώνα Κωνστ. Χριστίδη από τη Βελτσίστα / Κληματιά) στις 4 Δεκεμβρίου του 1946 βάζει φωτιά στο σπίτι του παπα-Αναστάση! Όσα απομένουν μισοκαμένα, διασώθηκαν από συγχωριανούς που προσέτρεξαν σε βοήθεια, σε καταδίκη της πράξης.

Η ζωή, όμως, τα ξεπερνάει κι ο παπα-Αναστάσης, αρχές του ’50, επιστρέφει από τα Γιάννενα οριστικά στο Ράικο, κτίζει στα αποκαΐδια ένα νέο σπίτι και αρχίζει να κτυπάει την καμπάνα το πρωί για το αγαπημένο του σχολείο και το απόγευμα για εσπερινό. Και στο «Φως ιλαρό» να εύχεται για τη συμφιλίωση.

Μια συμφιλίωση που άργησε να έρθει, μόλις το 1981, και να μένουν τα ξερονήσια – προσκυνήματα για να μαρτυράνε τις οδυνηρές συνέπειες του εμφυλίου!

Advertisements

2 Σχόλια to “3. Κοινωνικοί και Πατριωτικοί Αγώνες”

  1. Αριστέα Οικονομίδου Says:

    Θείε μου, σε ευχαριστούμε εκ των προτέρων για αυτά που μας θυμίζεις, μας μαθαίνεις, μας στηρίζεις.
    Να είσαι γερός και δυνατός.
    Αριστέα

  2. Πετρόπουλος Βασίλειος Says:

    Σεβόμαστε τους ανθρώπους που υπέστησαν κακουχίες και εκείνους που έζησαν από κοντά μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Θαυμάζουμε, όμως, εκείνους που με ελεύθερη βούληση βρίσκονται πάντα στον πυρήνα των πατριωτικών και κοινωνικών αγώνων ως μόνιμοι πρωταγωνιστές. Ο Παπαναστάσης είναι πρωταγωνιστής σε όλους τους αγώνες της ταραγμένης αυτής εποχής κοινωνικούς και πατριωτικούς.
    Με συγκλόνισαν τα περιστατικά της συνάντησης του Παπαναστάση με τον επικεφαλής αξιωματικό του τούρκικου αποσπάσματος την εποχή του κινήματος του καπετάν Κρεμμύδα και η μετά από χρόνια συνάντησή του με το τον δικαστή στην Αθήνα, διότι αναδεικνύουν την ποιότητα των σχέσεων που έχτιζε ο Παπαναστάσης με τους ανθρώπους πέρα από φυλές, θρησκείες, εθνικές ταυτότητες και αξιώματα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: