5. Ράικο. Μία αναπόληση

     Το Ράικο, χωριό μικρό και γραφικό, βρίσκεται στην περιοχή Ζίτσας και ανήκει στο Δήμο Ευρυμενών. Από τα Γιάννενα αν πάρει κανείς τον εθνικό δρόμο για Ηγουμενίτσα και στο 25ο χιλιόμετρο στρίψει δεξιά, τότε θα το αντικρύσει στην κορυφή του λόφου να χάνεται μέσα στα δέντρα. Με το έμπα στο χωριό, σήμερα, ο κάθε χωριανός αρχίζει να φέρνει στο νου του αναμνήσεις και βιώματα παιδικά και ζει με την ψευδαίσθηση να βρεθεί σε χώρους οικείους, ν’ ανταμώσει πρόσωπα σκαμμένα από τον ήλιο, από τον αγώνα με τη φύση, σεβαστά κι αγαπημένα, χαραγμένα ανεξίτηλα στο νου του.
     
     Από το ανατολικό Εικόνισμα νομίζει πως περπατάει το καλαίσθητο καλντερίμι -που χρονολογούνταν από τον καιρό των Ενετών – στο μονόδρομο που στ’ αριστερά και δεξιά του είναι κτισμένα πέτρινα μονόροφα και δίπατα σπίτια με κατώγια, ανώγια και χαγιάτια. Θα καταλήξει και πάλι σε εικόνισμα με την κόγχη του να βλέπει δυτικά, μεταξύ Μουργκάνας και Κασιδιάρη.
     
     Από κει το μάτι θα ξεκουραστεί με τις χίλιες δυο αποχρώσεις του πράσινου σε τριγύρω λαγκάδια και ρέματα κι ανάμεσά τους να τονίζονται οι κεραμοσκεπές στα ξωκκλήσια της Παναγίας και του Αϊ-Νικόλα. Το μάτι θ’ απολαύσει τον κυματισμό του σιταριού, τον ελαιώνα και τ’ αμπέλια που δίνουν τ’ ονομαστό της περιοχής σταφύλι “ντεμπίνα”. Θα νιώσει τον πυρετό της δουλειάς στον τρύγο, τον ξέφλο και το θέρο και θ’ ακούσει στ’ αλώνια το πρόσταγμα στ’ άλογα “άλεξ!”, αρχαιοελληνικό, που σημαίνει “απομακρύνσου από το στρόγυρα (κέντρο) του αλωνιού”, και θα του έρχονται εικόνες με θεριστές κι αλωνιστές ν’ αναζητούν λίγη σκιά σε γκορτσιές ή θυμωνιές του σιταριού, να ξεδιψούν στη σκορδαλιά και να γεύονται πρώιμα σύκα και κοντούλες. Θα φαντάζεται πρόβατα, κουδούνια και βελάσματα άλλοτε να τρέχουν στη βρύση στα Βαρκά να ξεδιψάσουν κι άλλοτε σε στρούγκες και στάλους και ποιμενικά σκυλιά, άγρυπνους φύλακες για το λύκο και κάθε επιβουλή. Θα βλέπει γαϊδουράκια φορτωμένα τις φτσέλες με δροσερό νερό από τις βρύσες στις Μαύρες και στην Ελιά να κοντοστέκονται στην ανηφόρα. Και μέσα σ’ όλο αυτό το μόχθο οι γιαγιάδες, μητέρες και κόρες να κλέβουν χρόνο για τον αργαλειό και να παραβγαίνουν ποια θα χτυπήσει το χτένι με τέχνη – τέχνη που κατείχε κι άφηνε η γιαγιά μου, η πρεσβυτέρα – για να ’ναι ανάλαφρη η φλοκάτη. Και συνάμα να ’ρχεται στο δειλινό το μοσχομύρισμα από τη μπλατσαριά και την καθαρόπιτα.
     
     Θα ρεμβάζει τα βράδια στο τζάκι με κούτσουρα να τριζοβολάνε, θα νοιώσει τη θαλπωρή του και θα θυμάται κυδώνια και κοτσύφια να ψήνονται στη χόβολη και τηγανίτες – σπάργανα του Χριστού στο σιάρτσι. Κι η θυμωνιά των ξύλων να μαρτυράει την αξιάδα και το γούστο της νύφης ή της κόρης του σπιτιού, που έπαιρνε τα καλοτυχίσματα.
     
     Θ’ αγναντεύει στον κάμπο και θα λογίζεται σοδειές ρύζι, καλαμπόκι και τριφύλλια και θα διαβαίνει, μετά φόβου Θεού, τις ξύλινες γέφυρες (λιάσες) που έτριζαν στα Γεφύρια και τα Δερβένια – ο Καλαμάς ζώνει το χωριό πιο κάτω από το Θεογέφυρο μέχρι και τη γέφυρα του Σίμου, στη σμίξη με δυο παραποτάμους του. Και το καταμεσήμερο ο ξωμάχος ν’ ανασαίνει στα βαθύσκιοτα πλατάνια του Καλαμά και παρέκει να σταλίζουν τα βόδια και τα γίδια του χωριού. Στα καθαρά νερά του ποταμού να κολυμπούν τα λιανόπαιδα και που και που να παίζει στις όχθες περίτεχνα το βιολί του οργανοπαίχτη προς αναψυχή και ευωχία μιας νεανικής συντροφιάς από το τσίπουρο και το κρασί.
     
     Και πάνω από τ’ αλώνια στην κορυφή του λόφου θα βρεθεί μπροστά στην εκκλησιά, στο ναό της Αγίας Παρασκευής, όπου θα θυμηθεί τον Εσταυρωμένο της Μεγάλης Πέμπτης να βγαίνει σε πλειοδοσία και ο πιο γενναιόδωρος ν’ αξιώνεται να Τον φέρει στον ώμο του κατά την περιφορά πέριξ του ναού τη Μεγάλη Παρασκευή. Τη Λαμπρή, αναστάσιμη κι ευφρόσυνη, ν’ ακούγεται το Χριστός Ανέστη με τη συνοδεία αηδονιών και στην επιστροφή στο σπίτι να περιμένουν τα έντερα του αμνού ή του εριφίου με λίγα χόρτα και μυρωδιές στη γάστρα. Μια προετοιμασία του στομαχιού για το πασχαλινό τραπέζι με ψητό στη γάστρα, γιαούρτι και σπανακόπιτα και να σπάει η μύτη από την ευωδιά. Στον εσπερινό της Αγάπης να στήνεται χορός τρικούβερτος στο χώρο της εκκλησιάς και λίγο από την κρασοκατάνυξη λίγο από τον ανοιξιάτικο ήλιο οι γεροντότεροι να γέρνουν στα χόρτα για τη χώνεψη.
     
     Τις Κυριακές και γιορτές μετά τη λειτουργία να κάθονται στα πεζούλια στο χαγιάτι αριστερά από την είσοδο οι άνδρες με κενή την πρώτη θέση για τον παπά, δεξιά οι γυναίκες και ν’ ανοίγουν συζητήσεις, να ’ρχονται κάποτε σε αντιγνωμίες και φιλονικίες κι όταν τα πράγματα ξεφεύγουν να παρεμβαίνει ο παπα-Αναστάσης: «Ευλογημένε! Πες δυο αράδες από το Πάτερ ημών’ είναι γαρ η Προσευχή θυμού παιδαγωγία» και στο τέλος να επικρατεί η αγάπη κι η καταλαγή.
     
     Οάσεις στη βιοπάλη το πανηγύρι στο μεσοχώρι της Αγίας Παρασκευής, το Δεκαπενταύγουστο στην Παναγία και ο εκκλησιασμός την Τρίτη του Πάσχα στον Αϊ-Νικόλα με κουλούρες και κόκκινα αυγά. Οι γάμοι με τα μπαϊράκια να’ χουν στην κορφή τους κλαδιά ελιάς και ρόδια και το γιαχνί να συνοδεύεται με τραγούδια της τάβλας, ο οίνος να ρέει και να «ευφραίνει καρδία ανθρώπου», όταν ο αϊτός κι η περιστέρα άνοιγαν τη ζωή τους με χορό. Οι αποκριές το βράδυ γύρω από τη μπράντζα (φωτιά) και να σέρνει πρώτη το χορό και τα σκωπτικά τραγούδια η πρεσβυτέρα του Παπαναστάση κι εκείνος από το παράθυρο του σπιτιού να μειδιά. Κι ανήμερα το μεσημέρι να γεύονται κρεασόπιτες με τα κομμάτια χωμένα στον κρόθο για δικαιοκατανομή. Οι ονομαστικές γιορτές με βίζιτες από σπίτι σε σπίτι και να σερβίρεται τσίπουρο με εδέσματα καρύδια, πασμάδες, συκομαϊδες και σουτζούκια. Αποκορύφωμα το πάτημα των σταφυλιών, τα ρακοκάζανα να καίνε ολονυχτίς κι από καζάνι σε καζάνι να δοκιμάζουν το πρωτοράκι και να ευθυμούν!
     
     Και διαβαίνοντας από το σχολείο, να ’ρχονται μνήμες από τη μορφή του δασκάλου, των συμμαθητών, από τα ζορίσματα στα μαθήματα, από τα σκλαβάκια την ώρα του διαλείμματος…..
     
     Ανατρέχουμε στο παρελθόν ωσότου προσγειωθούμε στην πραγματικότητα που ζούμε, σύγχρονη, αλλά με τις συνέπειες που έφερε η ξενητειά, κι είναι ανάγκη ν’ αναβιώνει η πρότερη ζωή μέσα από τα λαογραφικά της στοιχεία.

Προβολή μεγαλύτερου χάρτη

Advertisements

2 Σχόλια to “5. Ράικο. Μία αναπόληση”

  1. Παπαϊωάννου Κώστας Says:

    Φανταστική περιγραφή μιας ειδυλλιακής φύσης με εικόνες αυθεντικές της καθημερινότητας των ανθρώπων του χωριού και της βιοπάλης. Πρόσωπα και σκηνές μιας αλλοτινής εποχής γεμάτης μόχθο, πόνο αλλά και ελπίδες και όνειρα για ένα κόσμο καλύτερο, που δυστυχώς σ΄ένα βαθμό διαψεύτηκαν και χαραμίστηκαν στην επιδίωξη μιας πρόσκαιρης και «εν πολλοίς» ανέφικτης ευδαιμονίας, που καλλιέργησαν πολιτικές αλλοπρόσαλες, αιτίες ερήμωσης της αιμοδότρας και αστείρευτης πηγής υγιών κοινωνικών κυττάρων, που ήταν πάντα η ελληνική ύπαιθρος. Τάσο, σ’ ευχαριστώ για τα αισθήματα που μου ξύπνησες και τις αναμνήσεις που μου ζωντάνεψες.

  2. Πετρόπουλος Βασίλειος Says:

    Φίλε Τάσο,
    Πάντα θαύμαζα και θαυμάζω την ευθυκρισία σου, τη σαφήνεια και την περιεκτικότητα του λόγου σου, τα πλούσια αισθήματα και το δόγμα σου «αυστηροί στους εαυτούς μας επιεικείς στους συνανθρώπους μας».
    Τώρα ανακαλύπτω πως είσαι ένα κρυφό λογοτεχνικό ταλέντο! Τέτοια κείμενα υψηλής αισθητικής απαιτούν όχι μόνο γνώση και συγκρότηση αλλά ψυχή ευαίσθητη με απέραντα αποθέματα αγάπης για τους προγόνους και τους τόπους αφήσαμε…
    Θα πλήρωνα όσο όσο ν΄απολαύσω ένα κυδώνι στη χόβολη, μια τηγανίτα ψημένη στην πλάκα, δίπλα στην αγωνίστρα, με τον καπνό ντουμάνι μέσα στο σπίτι, και νάναι χαράματα παραμονής Χριστουγέννων.
    Α! Βρε Τάσο τι μας θυμίζεις τώρα… Τα λόγια σου είναι μια ζωγραφιά με πλαίσιο τον αιώνα που πέρασε και φόντο την αγαπημένη μας Ήπειρο και τα φτωχά χωριά μας. Ένας αιώνας που πράγματι νοσταλγούμε, με ένδοξες ημέρες για τη Ήπειρο αλλά και για ολόκληρη τη χώρα, που όμως έφυγε και ας μην ξαναγυρίσει τουλάχιστον σε ότι αφορά τις δύσκολες μέρες που έζησε η ανθρωπότητα. Αν εξαιρέσουμε το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, όλα τα υπόλοιπα χρόνια ήταν γεμάτα πολέμους, καταστροφές και πολλή φτώχεια βρε αδελφέ! Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, εκεί στο Σενίκο, απέναντι απ΄το χωριό σου δεν είχαμε ψωμί να φάμε(τώρα που έχουμε-θα μου πεις –δεν μπορούμε να το φάμε).
    Ηταν, όμως, εποχή με άλλα καλά. Μας λείπουν πλέον εκείνες οι μυρωδιές της γάστρας με το ψητό αρνί, του γιαουρτιού, της μπλατσαριάς και της καθαρόπιτας που τσάκιζαν μύτες. Όπως, επίσης, δεν είχαμε τις τηλεοράσεις και ο κόσμος κοιμότανε νωρίς κι έκανε και κανένα παιδί, ενώ τώρα οι γεννήσεις κοντεύουν να γίνουν κοσμοϊστορικά γεγονότα, ενώ απορίας άξιον τυχαίνει η συμβίωση του ζευγαριού πέρα από κάποια χρόνια.
    Τώρα θα σου πω, Τάσο, με ποιο τρόπο ακύρωνα τη δικαιοκατανομή της κρεασόπιτας: παραμόνευα τη μάνα μου και πριν βάλει την κρεασόπιτα στη γάστρα σημάδευα κρυφά με το δάχτυλο τον κρόθο με το καλύτερο κοψίδι… και όλοι έλεγαν «τι τυχερό που είναι αυτό το παιδί».
    Να είσαι καλά, Τάσο, και συ και η οικογένειά σου. Να συνεχίσεις να αναδεικνύεις ανθρώπους που ωφέλισαν τον τόπο και την κοινωνία μας. Και όλοι μαζί να μνημονεύουμε τον Δάσκαλο Παπαναστάση, γιατί το αξίζει.
    Οι άνθρωποι, λέει ο μεγάλος μας ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, υπάρχουν απ΄τη στιγμή που βρίσκουνε μια θέση στη ζωή των άλλων. Ο Παπαναστάσης με τη στάση του απέναντι στη ζωή βρήκε και συνεχίζει σήμερα να βρίσκει θέσεις στις καρδιές των ανθρώπων μέσα από τα γραφόμενά σου…
    Σ΄ ευχαριστούμε για τις μνήμες που μας ξυπνάς…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: